Ο Α. Μεταξάς γράφει στο Βήμα τις παραμονές της 25ης Μαρτίου του 1987: «Με τη λέξη επέτειο χαρακτηρίζουμε μια περιοδική ετήσια εκδήλωση, μια συνάντηση, με την οποία επιβεβαιώνουμε μια διάχυτη συμφωνία για τη σπουδαιότητα και τη σημασία που αποδίδουμε σε κάποιο γεγονός που συνέβη στο παρελθόν σε κάποια ˝ίδια˝ μέρα. Αξιοποιούμε τη γνωστή ημερομηνία ιστορικά επαληθευμένη ή και υποθετική, για να σκεφθούμε όλοι μαζί την ουσία του γεγονότος και το ˝πάρα πέρα˝ νόημά του». Μια επέτειος μπορεί να έχει δυο τουλάχιστον σημασίες: «πρώτα μια λιγότερο ή περισσότερο συνειδητή αξιολόγηση του γεγονότος που συντελείται με την τοποθέτησή του σ' ένα χώρο του ετήσιου χρόνου. Με την κατάληψη μιας δικής του πια ημερομηνίας το γεγονός διακρίνεται και ιεραρχείται σε σχέση με άλλα συμβάντα, με άλλες αξίες». «Σημαίνει ακόμα η επέτειος, μέσα στη συμμετοχή μας στη δραματική αναπαράσταση του γεγονότος, μια διαδικασία εγκοινωνισμού, ένταξης, συσσωμάτωση μας στη γνώση και στη σημασία των συμβάντων και παράγει μια διαχρονική ενότητα ανάμεσα στις γενιές που έρχονται και σε εκείνες που αποσύρονται».
Η ημερομηνία της 25ης Μαρτίου έχει επιλεγεί ως εκείνη η ημέρα που θα είναι αφιερωμένη στην ανάμνηση, αξιολόγηση κι εν γένει κάθε είδους εμπλοκή μας στην αποτίμηση του γεγονότος που υπήρξε ο πόλεμος της ανεξαρτησίας. Οι Έλληνες στα τέλη του 18ου αιώνα, εξαιτίας ποικίλων κοινωνικοοικονομικών αιτιών, αρχίζουν προοδευτικά να διαμορφώνουν μια εικόνα για τον εαυτό τους κατά πολύ διαφορετική από αυτή που είχαν μέχρι τότε. Αυτοπροσδιορίζονται όλο και περισσότερο ως Έλληνες, ενώ παράλληλα αναζητούν την πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα που θα τους διαφοροποιήσει από τους υπόλοιπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο λαμπρό κι ένδοξο παρελθόν της κλασικής αρχαιότητας το οποίο χαίρει μεγάλης εκτίμησης από τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς. Επιπλέον αυτή η σύνδεση με την αρχαιότητα τους διαφοροποιεί και από τους υπόλοιπους ομόδοξους πληθυσμούς της. Προοδευτικά συγκροτείται μέσα από την ανάπτυξη ενός δικτύου εκπαιδευτικών δομών μια νέα πολιτισμική ταυτότητα, η οποία δεν θα αργήσει να αναζητήσει την αυτόνομη πολιτική της ύπαρξη. Σε αυτό το σημείο βοηθείται κι από την εξάπλωση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία παντού στην Ευρώπη ταυτίστηκε με το τέλος των πολυεθνικών αυτοκρατοριών και την αναζήτηση αυτόνομου πολιτικού βίου νέων φαντασιακών θεσμίσεων, που ανατέλλουν αυτή την εποχή, των εθνών. Μέσα λοιπόν σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο ξέσπασε ο ελληνικός πόλεμος της ανεξαρτησίας το 1821 ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και αυτό το γεγονός σήμερα αξιολογούμε.
Η δε ημερομηνία που επιλέχθηκε για την εμπλοκή μας, συναισθηματική και εγκεφαλική, στο συγκεκριμένο γεγονός δεν είναι καθόλου μα καθόλου τυχαία. Αρχικά πρέπει να αναφέρουμε ότι η συγκεκριμένη ημέρα δεν αποτελούσε εορτή στα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους. Θεσμοθετείται ως ημέρα εθνικής μνήμης του πολέμου της ανεξαρτησίας οκτώ χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1838. Και μεταξύ των περισσοτέρων σχετικών ημερομηνιών οι οποίες θα μπορούσαν να εγκιβωτίσουν την ανάγκη για μνήμη επιλέχθηκε σκόπιμα η παραπάνω ( θα μπορούσε να αντιπροτείνει κάποιος την 24η Φεβρουαρίου, ημέρα που ξέσπασε το Κίνημα του Υψηλάντη στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες ή η 23η Μαρτίου, ημερομηνία κατά την οποία άρχισαν οι εχθροπραξίες στην Πελοπόννησο) σε μια προσπάθεια να παραλληλιστεί το συγκεκριμένο συμβάν με τη χριστιανική εορτή του Ευαγγελισμού. Κατά αυτόν τον τρόπο η ελλαδική εκκλησία εμπλέκεται στη συλλογική αυτογνωσία ως αναπόσπαστο στοιχείο και θεματοφύλακας της όποιας ελληνικότητας.
Μετά τη θεσμοθέτησή της η επέτειος του πολέμου της Ανεξαρτησίας εορτάστηκε με ποικίλους τρόπους και κατά καιρούς επιχειρήθηκε να τις δοθούν ποικίλα νοήματα. Κοινή συνιστώσα όλων αυτών των προσεγγίσεων κι εκτιμήσεων ήταν η πλήρης αποϊστορικοποίηση του γεγονότος αυτού καθεαυτού και η ένταξή του μέσα σε ένα συλλογικό φαντασιακό γίγνεσθαι. Η ημερομηνία αυτή καθώς επίσης και οι ποικίλες κατά καιρούς ιστορικές προσεγγίσεις του γεγονότος θα εξιδανικευτούν τόσο από το συλλογικό υποσυνείδητο όσο και από τους ιστορικούς οι οποίοι αν και θα επιχειρήσουν ποικίλες ερμηνείες δεν θα πάψουν ποτέ να αναγιγνώσκουν το γεγονός ως την εκείνη την απόδειξη που επιβεβαιώνει πλήρως την όποια εθνική ομοιογένεια. Κατά καιρούς και μέχρι το 1922 θα μιλούν για την "ανολοκλήρωτη" επανάσταση ενώ μετά θα κάνουν λόγο για την "επερχόμενη" επανάσταση" προσδίδοντας σε γεγονότα του παρελθόντος -λανθασμένα τόσο από επιστημονική όσο και από παιδαγωγική δεοντολογία- έναν παιδαγωγικό ρόλο που σε καμιά περίπτωση εκείνα δεν διεκδίκησαν. Η όποια νηφάλια ιστορική προσέγγιση, η οποία θα στρέφεται στα γεγονότα, τα οποία θα προσπαθήσει να μελετήσει έξω από την όποια ιδεολογική χρησιμοθηρία μόλις πολύ πρόσφατα αρχίζει να παράγει τους καρπούς της.
Θεωρώντας λοιπόν την επέτειο της 25ης Μαρτίου προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: ποιος είναι ο σημερινός ρόλος της; Ή, το ίδιο ερώτημα παραλλαγμένο, ποια ταυτότητα πρέπει να προβάλλει η μνήμη και η απόδοση τιμών στο γεγονός του πολέμου της ανεξαρτησίας μέσα στο νέο παγκοσμιοποιημένο και πολύγλωσσο περιβάλλον που καλούμαστε να ζήσουμε. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να στραφούν οι προβληματισμοί μας: στην οικοδόμηση μια νέας εθνικής ταυτότητας η οποία όντας στραμμένη στο μέλλον θα διεκδικεί την πολλαπλότητα και τη διαφορετικότητα στις προσεγγίσεις, στάσεις και ιδέες και δεν θα αποκλείει κατηγορηματικά τις πολλαπλές εθνοτικές ταυτότητες και την ποικιλία στην ανάγνωση του παρελθόντος.
Τριαντάφυλλος Πετρίδης
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου