Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Ελευθερία" της Λάρισας στις 17 Νοεμβρίου 2007.
Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό ο δεύτερος τόμος του βιβλίου του Θεόδωρου Παλιούγκα, Η Λάρισα κατά την τουρκοκρατία (1423-1881)· μια δουλειά φιλόδοξη, πρωτότυπη και σημαντική, που ολοκληρώνει με επιτυχία την παρουσίαση της πόλης σε όλη τη μακραίωνη οθωμανική περίοδό της, από τη χρονιά της οριστικής της κατάληψης από τα οθωμανικά στρατεύματα (1423) μέχρι την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος (1881), και η οποία, επιπλέον, έτυχε μιας εξαιρετικά φροντισμένης και καλαίσθητης έκδοσης.
Βασικός στόχος του συγγραφέα είναι να αναδείξει, μέσα από τη μελέτη των μνημειακών καταλοίπων της οθωμανικής Λάρισας, το οικιστικό και πολεοδομικό πρόσωπο της πόλης και να σκιαγραφήσει ένα σημαντικό μέρος από την ιστορία της όλο αυτό το μακρύ χρονικό διάστημα. Με την πεποίθηση ότι οι πολιτισμοί συνυπάρχουν, συνδιαλέγονται και αλληλοεπηρεάζονται αλλά σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν συγκρίσιμες ιστορικές κατηγορίες, βασική επιδίωξή του συγγραφέα είναι να μελετήσει το πώς ήταν οργανωμένη χωροταξικά η πόλη της Λάρισας την οθωμανική περίοδο. Ο συγγραφέας δε μελετά τα μνημεία μόνο ως κτίρια και ούτε τον απασχολεί αν έχουν κάποια πιθανή ή απίθανη, πραγματική ή φανταστική «αισθητική» αξία (παράμετροι εξάλλου που μεθοδολογικά εμπεριέχουν το στοιχείο της αξιολόγησης και της κατηγοριοποίησης)· αντίθετα εντάσσει τα όποια μνημεία μελετάει συστηματικά στο χωροταξικό, αλλά και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο της πόλης, αναδεικνύοντας έτσι τη θέση τους, πραγματική και συμβολική, στην πόλη και την κοινωνίας της. Στόχος του είναι να αναδείξει τα μνημειακά κατάλοιπα όλων των κοινοτήτων (μουσουλμανικών, χριστιανικών, εβραϊκών) που συγκροτούσαν τη λαρισαϊκή κοινωνία, όλων των εθνοτικών ομάδων που συνυπήρχαν και συμβίωναν στην ίδια πόλη. Μέσα από τη συστηματοποιημένη δουλειά του αναδεικνύει το ιστορικό πρόσωπο ενός οικισμού, της πόλης της Λάρισας: πώς αρθρώθηκε, πώς διαμορφώθηκε, τι άλλαξε μέσα στο πέρασμα του χρόνου, πότε, πώς και γιατί μπορεί να συνέβη αυτό, τι σώθηκε, τι δεν υπάρχει πια και γιατί μπορεί να έγινε αυτό. Έτσι μας παίρνει σ’ ένα ταξίδι μαζί του για να αφουγκραστούμε τη φωνή, αλλά και τη σιωπή του τόπου, τις συνέχειες και τις ασυνέχειες, τις τομές, τις ρήξεις που διαμόρφωσαν το χώρο.
Ο δεύτερος τόμος του έργου του παρουσιάζει σε αντίστοιχα κεφάλαια τους τεκέδες, τα σχολεία (μουσουλμανικά, ελληνικά και εβραϊκά), τα χάνια, τα λουτρά, το διοικητήριο, τη μητροπολιτική κατοικία, τον πύργο του ρολογιού, τη γέφυρα στον Πηνειό ποταμό, τις οχυρώσεις, τα νεκροταφεία των τριών κοινοτήτων της πόλης και, τέλος, την αγορά της (το μπεζεστένι, το τσαρσί και τα παζάρια). Στα τρία επιπλέον κεφάλαια που απαρτίζουν το επίμετρο του έργου γίνεται λόγος για την ύδρευση της Λάρισας, τα κατά καιρούς προβλήματα που αντιμετώπισε η πόλη από τις πυρκαγιές, τις επιδημίες και τις φυσικές καταστροφές, αλλά και για τον περιβάλλοντα τον οικισμό χώρο.
Κάθε κεφάλαιο απαρτίζεται από δύο μέρη: στο πρώτο συγκεντρώνονται και παρουσιάζονται συστηματικά όλες οι πηγές που σχετίζονται με το μνημείο ή τα μνημεία, αλλά και τους χώρους, που μελετούνται αναλυτικά στη συνέχεια. Και σ’ αυτή την πρώτη ενότητα του κάθε κεφαλαίου θέλουμε να αναφερθούμε ξεχωριστά. Ο συγγραφέας δεν περιορίστηκε σε μια απλή καταγραφή και περιγραφή των μνημείων και των εντυπώσεων του, αλλά με ζήλο, σύστημα, υπομονή και επιμονή, κόπο και πόνο έψαξε, βρήκε, συγκέντρωσε και μελέτησε έναν πολύ μεγάλο όγκο πληροφοριών, πληροφορίες πολύ διαφορετικές τόσο ως προς το είδος τους και την προέλευσή τους όσο και ως προς τις γλώσσες που είναι γραμμένες. Η συγκέντρωση και μελέτη όλων αυτών των πηγών είναι κάτι που απαιτεί πειθαρχία, γνώσεις, μέθοδο και επαρκή χειρισμό των μεθοδολογικών και θεωρητικών εργαλείων αξιοποίησής τους, ιδιότητες που απέδειξε θαυμάσια ότι διαθέτει ο συγγραφέας. Ο εντοπισμός, η συγκέντρωση όλων αυτών των πληροφοριών καθώς και η συστηματική αξιολόγηση και ο συνδυασμός ενός τόσο μεγάλου εύρους πηγών είναι κάτι που, πέρα από το χρόνο που χρειάζεται, απαιτεί γνώσεις και μέθοδο. Και το βιβλίο αυτό, η δουλειά αυτή δεν περιορίζεται στα «τετριμμένα», στα «κλασικά» έργα αναφοράς, αλλά αντίθετα είναι προϊόν έρευνας σε βάθος· ο συγγραφέας έχει ανατρέξει σε αρχεία, έχει ψάξει συστηματικά για να εντοπίσει πληροφορίες που λάνθαναν είτε σε κάποιο παλιό και δυσεύρετο στις εντελώς ανοργάνωτες βιβλιοθήκες μας περιοδικό είτε σε κάποιο αρχείο, δημόσιο (που πιθανόν να βρίσκεται σε κατάσταση χειρότερη των αντίστοιχων βιβλιοθηκών) ή ιδιωτικό. Στόχος του να συγκεντρώσει κάθε πληροφορία και κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να λανθάνει οπουδήποτε. Και αυτό είναι σημαντικό.
Το δεύτερο μέρος του κάθε κεφαλαίου είναι αφιερωμένο στα κτίρια, στα μνημεία αλλά και στους ευρύτερους οικιστικούς χώρους που μελετά. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται μόνο να τα παρουσιάσει και τα περιγράψει το καθένα ξεχωριστά. Συστηματικά προσπαθεί να τα εντάξει στον ευρύτερο χωροταξικό και κοινωνικό χώρο, να τα συνδέσει με τη δομή και την κοινωνική λειτουργία της πόλης, να καταγράψει τις κατά καιρούς χρήσεις τους, αλλά και την τύχη τους μετά την ενσωμάτωση της πόλης στο ελληνικό κράτος, αν διασώθηκαν, σε τι κατάσταση και σε τι χρήση βρίσκονται τώρα, καθώς αρκετά από αυτά δεν υπάρχουν πια, επιβεβαιώνοντας έτσι την ύπαρξη μιας ευρύτερα διαδεδομένης πεποίθησης σε αξιολογήσεις, σε κατηγοριοποιήσεις και σε γενεαλογίες που –τις περισσότερες φορές- με μια περισσή ευκολία υποτιμούν, και γι’ αυτό αβίαστα καταδικάζουν στην καταστροφή (ή, όταν δεν μπορούν να το επιχειρήσουν άμεσα, αφήνουν τις συγκεκριμένες πρακτικές στο χρόνο) ό,τι μη κραυγαλέα αρχαιοελληνικό ή βυζαντινό. Γι’ αυτό χρειάζεται να επισημανθεί πολλές φορές όχι μόνο που βρίσκονταν συγκεκριμένα κτίρια, αλλά και ευρύτερες μονάδες, όπως το εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης. Αλήθεια υπάρχει κάποια επιγραφή, κάποια δημόσια μνημόνευση στο 6ο Γυμνάσιο και Λύκειο Λάρισας για το τι προϋπήρχε στο χώρο του σχολείου;
Γι’ αυτό το βιβλίο είναι σημαντικό. Αναδεικνύει το παρελθόν της πόλης χωρίς σιωπές, χωρίς παραλείψεις, χωρίς ωραιοποιήσεις. Αφήνει τις μαρτυρίες, αρχαιολογικές, γραπτές και εικονικές, να μιλήσουν. Δεν προβάλλει μια πλευρά της πόλης αποσιωπώντας ή αντιμετωπίζοντας τις άλλες ως υποδεέστερες, αλλά συμπεριφέρεται με την ψυχρή, αποστασιοποιημένη λογική του επιστήμονα ίσα απέναντι σε όλες. Η δουλειά που έχει κάνει ο Θεόδωρος Παλιούγκας χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα, συστηματικότητα και υπευθυνότητα στον τρόπο που συγκέντρωσε το υλικό του, στον τρόπο που το μελέτησε και στον τρόπο που το παρουσίασε. Αναμφίβολα είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει την πόλη του, αλλά πολύ πολύ περισσότερο είναι ένας ιστορικός που αγαπάει και σέβεται την επιστήμη του. Και αυτό είναι το πολύ σημαντικό.
Είναι όμως σημαντικό και για έναν ακόμα λόγο. Είναι δουλειά ενός μόνο ανθρώπου, που δούλεψε με πείσμα και υπευθυνότητα, χωρίς χρηματοδότηση, έξω από τα ποικίλα ερευνητικά ή αναπτυξιακά προγράμματα, μακριά από τις «υποδομές» των μεγάλων πανεπιστημίων της χώρας μας. Και είναι ενδεικτικό και συνάμα πολύ ενθαρρυντικό για όλους μας, ότι, όταν υπάρχει μεράκι, διάθεση και υψηλό αίσθημα ευθύνης, μπορούν να βγουν δουλειές σαν κι αυτήν.
Τριαντάφυλλος Πετρίδης
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου